Μοίρες https://www.booked.net
+17°C

Άνθρωποι και Τοπία της Μεσαράς - Μιλώντας με τον κο Χρήστο και την κα Άννα Ψαρίδη στα Φαραγγιανά

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο:
Άνθρωποι και Τοπία της Μεσαράς - Μιλώντας με τον κο Χρήστο και την κα Άννα Ψαρίδη στα Φαραγγιανά

Της Εύας Καπελλάκη-Κοντού*

 

Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες των πηγών μας, η ματιά φευγαλέα πέφτει στα Φαραγγιανά! Είναι οικισμός στην επαρχία Μονοφατσίου, στο Δήμο Κόφινα του Νομού Ηρακλείου.

Σε υψόμετρο 320μ περίπου ακολουθώντας το δρόμο ανατολικά του Ασημίου, βρίσκονται τα Φαραγγιανά.

Η ονομασία του χωριού προέρχεται πιθανόν από τα φαράγγια που βρίσκονται δυτικά του χωριού ή από τη λέξη «Φράγκοι» που με παράφραση έγινε Φαραγγιανά.

Το χωριό πρωτοκατοικήθηκε από τους Φράγκους την εποχή της Ενετοκρατίας στην Κρήτη. Ο οικισμός σήμερα κατοικείται κατά κύριο λόγο από πρόσφυγες Μικρασιάτες και λιγοστούς ντόπιους. Σήμερα αριθμεί περίπου 250 κατοίκους με αρκετούς νέους, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στο χωριό γύρω από ένα αρκετά δραστήριο σύλλογο.

Εκείνο που κάνει τον οικισμό να ξεχωρίζει είναι ένα δασάκι 90 στρεμμάτων περίπου με φυτεμένα γύρω στα 5.500 δέντρα κυρίως πεύκα που βρίσκεται πάνω από το χωριό στην πλαγιά της Φαραγγιανής Κεφάλας. Μέσα στο δασάκι υπάρχει ένα μικρό γήπεδο ποδοσφαίρου 5Χ5 που μπορούν να αθλούνται οι νέοι του χωριού και όχι μόνο.

Δίπλα από το γήπεδο ποδοσφαίρου υπάρχει ένα πέτρινο θέατρο 300 θέσεων όπου γίνονται θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες στη διάρκεια του Καλοκαιριού. Πολιούχος του χωριού είναι η εκκλησία της Παναγίας που γιορτάζει στις 15 Αυγούστου και το βράδυ Κρητικό γλέντι από το Σύλλογο Φίλων Περιβάλλοντος.

Τα εισοδήματα του χωριού είναι καθαρά γεωργικά, προερχόμενα κυρίως από το λάδι και το σταφύλι. Παλαιότερα καλλιεργούνταν και καπνά.

Σ’ αυτόν τον όμορφο τόπο ανηφόρησα και συνάντησα, δυο υπέροχους ανθρώπους τον κο Χρήστο και την κα Άννα, στον όμορφο κήπο του σπιτιού τους.

Μετά το καλωσόρισμα και την θερμή φιλοξενία τους, η κουβέντα άρχισε αυθόρμητα.

 

κ. Χρήστο, σε τούτο τον τόπο γεννηθήκατε;

- Εγώ γεννήθηκα εδώ, το 1943 στις 12 του Μάρτη. Ο πατέρας μου ήρθε από την Μ. Ασία οικογενειακώς. Ήρθαν με την καταστροφή τότε.

 

Από ποιο μέρος;

- Από το (Konya «Κόνια») Ικόνιο και πήγε στην Κέρκυρα στην αρχή, μετά γυρίσανε και ήρθαν στο Ηράκλειο.

 

Πώς λεγόταν ο πατέρας σας;

- Γιώργος Ψαρίδης. Ο πατέρας μου ήταν από την Μ. Ασία. Το επάγγελμά του ήταν «αραπατζής» όπως εδώ οι ταξιτζήδες. Τότε, είχε κι εδώ κάρο και στο Ασήμι. Υπήρχαν κι άλλοι με κάρο εκείνη την εποχή που ήρθαν οι γονείς μου εδώ.

Αγόραζε λοιπόν άλογα ο πατέρας μου και τα πουλούσε, ζωέμπορας! Και όπως ήτανε φυσικό, με βάνει να γίνω πεταλωτής των ζώων. Πήγα το 1960 στις Γκαγκάλες ενώ μάθαινα, για να πεταλώσω άλογα. Μετά πήγα στο στρατό, το 1963, δήλωσα ότι ήξερα αυτό το επάγγελμα δηλαδή «πεταλωτής», ήταν η ειδικότητα μου.

Στη συνέχεια πήγα στην Καλαμάτα και μετά στη Λάρισα. Εκεί στη σχολή, έκανα 6 μήνες και τελείωσα την τέχνη του πεταλωτή. Βγήκα δεύτερος στη σχολή, επειδή ήδη ήξερα από εδώ αυτή την τέχνη. Κατόπιν πήγα στην Καβάλα – Ελευθερούπολη, στο τάγμα. Ύστερα γίνεται το Κυπριακό, πήγαμε στα σύνορα και από τον Έβρο απολύθηκα.

 

Πόσοι ήταν οι κάτοικοι στο χωριό;

Εδώ το χωριό μας ήταν 50-60 οικογένειες που ήταν όλοι Μικρασιάτες από το Κόνιο - Ικόνιο. Τούτο το χωριό έχει πολλές ιστορίες.

 

Μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μας μερικές από αυτές τις ιστορίες είτε γιατί τις βιώσατε, είτε γιατί τις ακούσατε από μεγαλύτερους;

- Ο πατέρας μου, μού ‘λεγε ότι στην πατρίδα του τράβηξαν πολλά βάσανα, ταλαιπωρήθηκαν, ήρθαν εδώ κάτω.

 

Πώς ήταν η ζωή εκεί;

- Ήταν καλή! Περνούσαν πολύ ωραία. Όπως εδώ είναι ο ταξιτζής, έτσι ήταν κι εκείνος «αραπατζής». Εκεί έκανε βέβαια και τον χτίστη και το μαραγκό, όλα τα επαγγέλματα. Ήρθε από ‘κει με δυο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι . Είχα πέντε αδέλφια, τ’ άλλα τρία τα κάνανε εδώ. Τώρα έχουν πεθάνει όλοι και είμαι μόνος μου.

 

Σ’ εκείνη την πατρίδα του πατέρα σας -το (Ι)Κόνιο- έχετε πάει ποτέ;

- Δεν επήγα, αν πάω, δεν γνωρίζω κανένα. Ποιος θα μου πει πού είναι το σπίτι του πατέρα μου; Αλλά πάνε πολλοί. Ο αδελφός του πατέρα μου ήρθε εδώ, ήρθαν 3 αδέλφια εδώ. Μια αδελφή τους έμεινε σ’ ένα χωριό στα Γιαννιτσά, εκεί παντρεύτηκε.

Ο μικρός του αδελφός λοιπόν πήγε και είδε τα πράγματα στην αλησμόνητη πατρίδα όταν επέστρεψε εδώ, έκλεγε από πόνο και πίκρα.

 

Μήπως με γκρουπ θα μπορούσατε να πάτε;

- Επαναλαμβάνω, θα βρεθεί κάποιος να μου πει πού είναι του πατέρα μου τα πράγματα;

 

Στην Τραπεζούντα, ο ιερός ναός της Παναγίας Σουμελά καταστράφηκε το 1922 από τους Τούρκους και μόνο το 2010 έδωσαν την άδεια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο να γίνει λειτουργία, πώς το σχολιάζετε;

- Θλιβερό θέμα, όλα λυπηρά πράματα.

 

- Σας λείπει το Κόνιο (Ικόνιο), όπως αφηγούνταν οι γονείς σας;

Εκεί ήταν ωραία τα πράγματα. Τα είχαν όλα, εδώ βρήκαν ερειπωμένη γη. Εδώ βρήκε ένα παλιό σπίτι το οποίο το επισκεύασε για να ζήσουμε εμείς. Το Κράτος τού έδωσε 100 στρέμματα χωράφια.

 

Επιλέχτηκε με κλήρο; Στα Φαραγγιανά;

- Ναι, βέβαια. Με κλήρο του 1954, τον έχω φυλαγμένο. Του έδωσε το Κράτος 100 στρέμματα και ζούσαμε από αυτό τον κλήρο.

 

Μαζί με σας, πόσοι ήρθαν εδώ;

- Εδώ ξέρω ότι ήταν 50 – 60 οικογένειες το χωριό μας μόνο, εκτός από το Αποΐνι και στα δίπλα χωριά είναι πρόσφυγες.

 

Εδώ, μετά την Καταστροφή, βρήκατε την Κρήτη καταστραμμένη φτώχεια από την μια, αλλά από την άλλη μεταφέρατε τέχνες εδώ.

 

- Μπορώ να σας πω ότι εμείς «ξυπνήσαμε» τους ντόπιους. Φέραμε εδώ την καλλιέργεια του αμπελιού και όχι μόνο. Τα μαγειρέματα, την καθαριότητα και την λαϊκή τέχνη.

Άννα: Στην αρχή όταν ήρθαμε εδώ, δεν είχαμε την εκτίμηση των ντόπιων. Μας θεωρούσαν «γύφτους».

 

Αυτή η συμπεριφορά, η αντιμετώπιση κατά τη γνώμη σας, πού οφείλεται;

- Κατά την γνώμη μου, στο ότι σε δύσκολους καιρούς εμείς ξέραμε να κάνουμε πολλά πράγματα, να καλλιεργούμε την γη, ν’ ασπρίζουμε τα σπίτια μας, να κάνουμε τα προικιά μας. Αλλά όταν κατάλαβαν οι ντόπιοι τι κάνουμε και ποιοι είμαστε, τότε μόνοι τους έλεγαν ότι ήρθαν αυτοί και μας ξεστραβώσανε, μας ξεπεινάσανε. Κι ακόμα το λένε:

«Οι Μικρασιάτες μάς έδειξαν το δρόμο τση προόδου».

 

Θα ήθελα να μας περιγράψετε το επάγγελμα που εξασκήσατε εδώ, τις εμπειρίες σας.

- Από το επάγγελμα αυτό -του πεταλωτή- θα συγχωρώ τον πατέρα μου μέχρι να ζω, γιατί από ‘κει έκανα καλιμέντο (προκοπή), έβγαλα πολλά λεφτά από το πετάλωμα κι από το κούρεμα των αλόγων. Κούρευα τ’ άλογα δυο φορές το χρόνο, αρχές καλοκαιριού και το φθινόπωρο. Κι έχω οικογένεια, δυο παιδιά, έχω κάνει καλιμέντο, είμαι υπέρ ευχαριστημένος.

 

Κυρία Άννα, από πού κατάγεστε εσείς;

- Κι εγώ από το Κόνιο (Ικόνιο).

 

Ποιες είναι οι «σπεσιαλιτέ» που φέρατε από την Μ. Ασία;

- Ήταν τα «τόπια» ζύμη που την κόβανε και την κάνανε σαν την μπίλια στρογγυλή και την ψήνανε στο τσικάλι και το τρώγαμε. Μετά, το «μαγγίρι», το κάνανε ζύμη, φύλλο, το κόβανε μετά και το ψήνανε με πιπέρι μέσα, υπέροχο φαΐ. Εγώ αγαπούσα πολύ τα καφτερά.

 

Πώς το ψήνανε το «μαγγίρι»;

- Το μαγγίρι το ψήνανε όπως τα μακαρόνια. Αλλά άφηνες λίγο μαγγίρι το ’βαζες στο τηγάνι και τηγάνιζες το μισό, τ’ άλλο μισό το ‘βραζες και το αναμιγνύαμε. Δεν υπήρχε βούτυρο και το τρώγαμε σκέτο.

Άλλο περίεργο που φτιάχναμε ήταν τ’ «αλαλάγκια», πίτες δηλαδή. Εμείς κάναμε ψηλό – ψηλό το ζυμάρι το βάζαμε στο τηγάνι, ανεβατές πίτες, σαν ψωμί. Άλλες βέβαια πολύ φτενές κι άλλες πιο χοντρές. Ακούστε τι κάναμε, βάζαμε δυο τούβλα και παίρναμε τις «βουτσές» από τις αγελάδες, τις τρίβαμε και ανάβαμε την φωτιά, γιατί τότε ξύλα δεν είχαμε, βάζαμε επάνω στη φωτιά την λαμαρίνα με την φτενή ζύμη και την ψήναμε, ήταν σαν ψωμί και τρώγαμε.

 

Πώς κάνατε τα «σμυρναίικα σουτζουκάκια»;

- Βάζαμε τα υλικά κύμινο, αλάτι, θυμάρι, ρίγανη το κρεμμύδι πολύ - πολύ, ένα αυγό και ζυμώναμε το μείγμα του κιμά. Μετά τα βάζαμε στο τηγάνι λίγο - λίγο τα τηγανίζαμε και μετά τα ρίχναμε στην έτοιμη σάλτσα στο τσικάλι. Παίρνανε δυο βράσεις και τα κατεβάζαμε.

Την σάλτσα παχιά - παχιά, την φτιάχναμε με φρέσκια ντομάτα, τότε δεν είχαμε έτοιμη σάλτσα, αγοραστή του εμπορίου. Την φτιάχναμε εμείς.

 

Πώς φτιάχνατε την προίκα τσης κόρης;

- Τότε δεν ήταν όπως τώρα. Υφαίναμε στον αργαλειό πετσέτες, κουρτίνες, κιλίμια. Εμείς εκείνα τα χρόνια δεν είχαμε τίποτα. Σιγά – σιγά προσπαθήσαμε να σταθούμε στα πόδια μας. Είχαμε και μηχανή που πατούσαμε τα καπνά. Τα «κριντίζαμε» δηλαδή κόβαμε τα φύλλα. Τα μαζεύαμε σε καλάθια κι είχαμε βελόνες και τα μπελονιάζαμε. Στο σπίτι απλώναμε τα φύλλα καπνού και οι γείτονες ερχόταν και βοηθούσαν.

Κι είχαμε βελόνες και τα ράβαμε και μετά τ’ αδειάζαμε σε κλωστή με καλάμι 3 μέτρα. Είχαμε κρεμανταλάδες στο σόχωρο και τ΄ απλώναμε, τα ξεραίναμε όπως τη σταφίδα. Τα ντανιάζαμε, τα ψεκάζαμε και τα κάναμε μπάλες για τους εμπόρους.

 

Πότε σταματήσατε τη συλλογή και επεξεργασία του καπνού;

- Το 1955 - 1960 σταματήσαμε. Ήταν δύσκολη δουλειά! Εδώ στα Φαραγγιανά και στο Σοκαρά ζούνε οι Μικρασιάτες.

 

Θεωρείτε ότι η Πολιτεία έχει εγκαταλείψει την περιοχή σας;

- Ναι, βέβαια! Δεν ακουγόταν ούτε τ’ όνομα «Φαραγγιανά» μόνο Σοκαράς. Τώρα μπορεί να γίνει κάτι και να ξανακούγεται! Είναι όμορφος τόπος τούτος! Τα Φαραγγιανά έχουν ένα φαράγγι, εκεί υπάρχει πηγή με νερό ακόμα.

Θα ήθελα να σας πω κάτι που είχε φτιάξει ο πατέρας μου στο σπίτι μας. Τον μεσότοιχο τον χάλασε και τον ξανάχτισε αφήνοντας κουφωτό - κενό για να μπαίνουμε στην Κατοχή και να μας προστατεύει από επίθεση Γερμανών. Από πάνω είχε ταβάνι με τάβλες.

 

Θυμάστε κάτι άλλο από αφηγήσεις των γονιών σας;

- Ο πατέρας μου δεν ξεκαθάριζε τα Ελληνικά κι έλεγε στη μάνα μου: «Μαρία, φέρε το «τάσι» (δηλαδή το κύπελλο). Το «χουλιάρ» (δηλαδή το κουτάλι). Το «τσιμπί» (δηλαδή το πιρούνι).

«Μαρία, φέρε μου την τράπεζα»! δηλαδή, το τραπέζι για φαγητό.

«Πού είναι το τάσι να πιω ένα μπουρμπούρ νερό;», δηλαδή μια γουλιά. Τα «χιαπάγια» ήταν οι πίτες. «Ολά όγλου» δηλαδή έλα παιδί μου!

Τώρα θα σας πω μια μικρή ιστορία για να γελάσουμε:

Ο πατέρας μου είχε άλογα και μου είπε να πάω στο στάβλο γιατί: «μουσταρά πάει κάτω»! Κι εγώ έσκαβα την κοπριά για να δω δήθεν πού πήγαινε. Ο πατέρας μου με ρώτησε τι κάνω κι εγώ του απάντησα ότι ψάχνω να δω πού πάει η μουσταρά κι εκείνος μου λέει: «όχι βρε, κοίτα ανέ γεννήσει το ζώο!», γιατί η μουσταριά του φούσκωνε!

 

Πότε «έφυγαν» οι γονείς σας;

- Το 1979 ο πατέρας μου, 98 χρόνων και η μητέρα μου το 1981, στα 98 κι εκείνη. Δυστυχώς έθαψαν τα παιδιά τους, αυτό ήταν το λυπηρό! Έχω μείνει μόνος μου τώρα.

Ήλεγε λοιπόν τση μάνας μου: «Μαρία, αρμήνεψες κατσίκα; Δηλαδή, άρμεξες την κατσίκα;.

Ένας αιώνας από την καταστροφή και την προσφυγιά! Μνήμες, συναισθήματα ίδια μελίσσια! Στο νου μου έρχεται ο ποιητικός κρητικός 15σύλλαβος της Χαριστής Κουκουμπεδάκη:

Ειρήνη να ‘χουν οι λαοί κι ο πόλεμος αλάργο

μανάδες μην ξαναντυθούν ποτές με ρούχο μαύρο.

Ας ειρηνέψουν οι λαοί κι ας δώσουνε τα χέρια

μ’ αίμα μη ξαναβάψουνε σπαθιά μήτε μαχαίρια!

 

_____________

* Εκπαιδευτικός, αρθρογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός.

 

Φωτογραφικό υλικό

Ακολουθήστε το AntilalosPress στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΣΗΦΑΚΗΣ ΟΠΤΙΚΑ λαμπρακη οε πομποδακησ

Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Γιατί χρησιμοποιούμε cookies

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies ώστε, να σας προσφέρουμε μία μοναδική εμπειρία πλοήγησης.Με την πρόσβαση σας σε αυτόν, συναινείτε στη χρήση cookies. Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε στους Όρους Χρήσης, και στην Πολιτική Cookies του AntilalosPress.gr.